κτένι ή χτένι


κτένι ή χτένι
Κοινή ονομασία θαλάσσιων ελασματοβραγχίων μαλακίων του γένους Pecten, της οικογένειας των πεκτινιδών. Τα δίθυρα όστρακά τους, τα οποία συναντώνται στις περισσότερες ακτές, είναι περιζήτητα από τους συλλέκτες για τα ωραία χρώματα και τα διακοσμητικά τους σχήματα. Οι δύο θυρίδες είναι διαφορετικές: η μία είναι κυρτή και η άλλη επίπεδη ή κοίλη. Η κυρτή θυρίδα περιέχει το ζώο, ενώ η άλλη χρησιμεύει ως κάλυμμα. Και οι δύο θυρίδες έχουν ακτινωτές πλευρές. Γνωστότερα είδη είναι το Pecten jacobaeus, γνωστό και ως κοχύλι του Αγίου Ιακώβου, και το Pecten maximus, τα οποία ζουν ελεύθερα στον βυθό όλων των θαλασσών. Κολυμπούν ανοίγοντας τις θυρίδες τους και απορροφώντας νερό, το οποίο κατά το κλείσιμό τους βγαίνει με δύναμη από τα πλάγια, με αποτέλεσμα το ζώο να εκτοξεύεται προς τα εμπρός. Η κίνηση του ανοίγματος και του κλεισίματος των θυρίδων δίνει την εντύπωση ότι το κ. δαγκώνει το νερό. Όπως όλα τα ελασματοβράγχια, τα κ. δεν έχουν κεφάλι, έχουν όμως μια σειρά από απλούς φωτοδέκτες, πράσινου μεταλλικού χρώματος, στα χείλη του μανδύα. Η γονιμοποίησή τους γίνεται μέσα στο νερό. Τα κ. είναι εδώδιμα και τρώγονται μαγειρεμένα, ενώ πολλές φορές τεμαχίζεται η σάρκα τους και σερβίρεται με καρυκεύματα μέσα στην κοίλη θυρίδα του οστράκου τους. Το όστρακο του πρώτου είδους χρησίμευε ως στολίδι στους προσκυνητές του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα. Άλλο είδος, το οποίο είναι επίσης εδώδιμο, είναι το Pecten magellanicus, που έχει μέγεθος 13-20 εκ. και είναι κοινό στις δυτικές ακτές του Ατλαντικού. Απολιθωμένα λείψανα κ. βρέθηκαν σε πολλά στρώματα, από τη λιθανθρακοφόρο περίοδο έως σήμερα. Ειδικά στην Ελλάδα βρέθηκαν σε τριάσιους αργιλικούς σχιστόλιθους (χωριό Ραβδούχα), σε κενομάνιους ασβεστόλιθους (περιοχή Ελευσίνας), σε νεογενή αποθέματα (Κως, Κάσος, Κάλυμνος κ.α.), σε τεταρτογενή στρώματα (νοτιοανατολική Αττική, ανατολική Κορινθία, Κως, Κάρπαθος, Νίσυρος κ.α.) και σε ολόκαινα προσχώματα (περιοχή Αυλίδας, Βοιωτία).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χτένι — το / κτένιον, ΝΜΑ, και κτένι Ν, και κτένιν Μ εργαλείο που φέρει στη μία, ιδίως, πλευρά, πυκνές οδοντωτές προεξοχές για τον χωρισμό και την τακτοποίηση τών μαλλιών, η τσατσάρα νεοελλ. 1. εξάρτημα τού αργαλειού, που διαχωρίζει τις κλωστές τού… …   Dictionary of Greek

  • κτένι — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 680 μ., 109 κάτ.) του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού, 21 χλμ. ΝΔ της πόλης της Κοζάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιανής. * * * το (AM κτένιον, Μ και κτένι και κτένιν) βλ. χτένι …   Dictionary of Greek

  • κτεις — ο (AM κτείς, ενός) θαλάσσιο οστρακόδερμο, το χτένι («ἂν δ οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ πρὸς τῷ μυκτῆρι», Αριστοτ.) αρχ. 1. όργανο με το οποίο διευθετούνται, ευτρεπίζονται τα μαλλιά, χτένι 2. εξάρτημα τού αργαλειού από το οποίο διέρχονται οι… …   Dictionary of Greek

  • κόμπος — Σύνδεση που γίνεται με σχοινιά από διάφορα υλικά, για να εμποδιστεί η χαλάρωση των σχοινιών, για να συνδεθούν ή να κοντύνουν διάφορα σχοινιά, για να σχηματιστούν τοπικά εξογκώματα ή για να προσδεθούν σε κάποιο αντικείμενο. Οι κ. έχουν διάφορα… …   Dictionary of Greek

  • χτενιά — και κτενιά, η, Ν [χτένι/ κτένι] είδος σφυριού τών λιθοξόων, με οδοντωτή ακμή …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.